Σαπφικός λόγος | Κείμενα ανά συγγραφέα | Σαπφίδες | χάρτης σελίδων | ||
|
| |||||
Μια όχι και τόσο χαρούμενη ιστορία
της goyf21
Βυθισμένη στις σκέψεις της, ακούμπησε απαλά στο πάτωμα μιας αποθήκης και έκλεισε τα μάτια. Το μαύρο τζιν και το μπλουζάκι που φορούσε με την στάμπα που έγραφε «17-07-1982» βάφτηκαν στο χρώμα της σκόνης, ο σκύλος με τα μεγάλα αυτιά και την γεμάτη αφοσίωση έκφραση του κάθισε δίπλα της , το τσιγάρο που κρατούσε κόντευε να αγγίξει τα απαλά της χέρια, κόντευε να κάψει μαζί και την καρδιά της, αν δεν είχε ήδη καεί. Εκείνη δεν το ένοιωθε, ήταν αλλού, το μυαλό της ταξίδευε και απελπισμένα προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τί είχε συμβεί, τί είχε αλλάξει. Ολη της η ζωή είχε χαθεί μέσα σε μια μέρα.
Μπερδεμένη σκεφτότανε τα χτεσινά γεγονότα, ένοιωθε κουρασμένη και συνεχώς μονολογούσε : ¨ΕΚΕΙΝΗ¨, εκείνη είχε αλλάξει, από καιρό είχε καταλάβει ότι κάτι πήγαινε στραβά, ήταν απόμακρη, είχε χάσει την ζωντάνια της, δεν ήθελε ταξίδια, είχε σταματήσει την δουλειά, ούτε τον σκύλο δεν έβγαζε πια βόλτα, και όταν εκείνος την κοιτούσε μελαγχολικά με τα καστανά του μάτια, εκείνη του ανταπόδιδε το ίδιο βλέμμα, σαν να του έλεγε «πρέπει να συνηθίσεις ότι θα πηγαίνεις συντροφιά με άλλον, τέρμα τα παιχνίδια μας, οι αγκαλιές και τα κυλίσματα στα χορτάρι, τέρμα.»
Δεν μπορούσε να της περάσει από το μυαλό η αλήθεια, τί να είχε εκείνη αναρωτιότανε και φριχτές ιδέες τρύπωναν στα μυαλό της μέχρι να πάρουν την θέση τους, άλλες, χειρότερες. Μπορεί να θέλει να χωρίσουμε και να μην έχει τον τρόπο να το δείξει, μπορεί να προσπαθεί να μου πει ότι κουράστηκε, ότι βρήκε άλλη σχέση, ότι μετά από είκοσι χρόνια που περάσαμε μαζί αποφάσισε να αλλάξει την ζωή της. Είκοσι χρόνια! Πότε πέρασαν, αναρωτήθηκε.
Πριν είκοσι χρόνια είχε ανοίξει την βαριά πόρτα ενός μικρού μαγαζιού, είχε ακούσει πως εκεί μέσα πήγαιναν μόνο γυναίκες, γυναίκες ψιθύρισε! Και μόνο στο συλλαβισμό αυτής της λέξεις ένοιωθε η καρδιά της να χτυπάει δυνατά, το είναι της παρακαλούσε να γνωρίσει εκείνη που θα την έκανε ευτυχισμένη, εκείνη που για πρώτη φορά θα της έδινε όλη της την αγάπη.
Δεν είχε δει ξανά τέτοιο μαγαζί, κορμιά ενωμένα να δίνουν παθιασμένα φιλιά, - χέρια και πόδια - καρδιές - να μπερδεύονται και μέσα στην δίνη της μουσικής να ξετυλίγεται το ποιο μεγάλο κουβάρι της ανθρώπινης ύπαρξης, ο έρωτας. Το βλέμμα της πλανήθηκε στο χώρο, στην αρχή αδέξια, ντροπαλά, στην συνέχεια σταθερά και γεμάτα ελπίδα. Οταν αντίκρισε σε μια ήσυχη γωνιά μια κοπέλα που χόρευε μόνη, κράτησε την ανάσα της, ακολούθησε με την άκρη του ματιού τις κινήσεις της, τα χέρια της, τα πόδια, τη μέση, τα ξανθά μαλλιά, που όλο μπερδεύονταν μαζί με το γλυκό της πρόσωπο, «ΕΚΕΙΝΗ», είναι εκείνη που έψαχνα να βρω σκέφτηκε.
Η κοπέλα την πρόσεξε, την πλησίασε, της χαμογέλασε και έτσι απλά την φίλησε, η γη έφυγε κάτω από τα πόδια της, η καρδιά κόντευε να σπάσει, το μυαλό ζαλίστηκε, έγιναν ένα και από τότε αυτό το ένα δεν χώρισε ποτέ σε δύο κομμάτια, μέχρι χτες, που... και ακόμα ένα δάκρυ ήρθε να ενωθεί με την σκόνη.
Τουλάχιστον όλα αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια ήμασταν μαζί, σκέφτηκε, στο σπίτι που κληρονόμησε από τη γιαγιά της, πόσο άσχημο μου είχε φανεί την πρώτη φορά, όταν αποφασισμένες να ζήσουμε τον έρωτα μας και απομακρυσμένες από τις οικογένειες μας καταφύγαμε εκεί, αργότερα όμως και με προσπάθειες πολλών μηνών, έμοιαζε με παράδεισο, έναν παράδεισο βαμμένο στα χρώματα που άρεσαν σε εμένα και γεμάτο αντίκες που άρεσαν σε εκείνη. Αγοράσαμε αμάξι για τις βόλτες και τα ταξίδια μας κάθε σαββατοκύριακο που η Αθήνα νοιώθαμε να μας πνίγει. Το έγραψα σε εκείνη, τι όμορφα που ένοιωθα κάθε φορά που βάζαμε το όνομα της στα έγγραφα, ήθελα να νοιώθει ότι της ανήκαν, ότι της ανήκε όλη η γη, ότι και εγώ ανήκα σε εκείνη. Ακόμα και όταν απολύθηκα απ την δουλειά επειδή μάθανε για την σχέση μου, εκείνη είχε πει, «καρδούλα μου μην ανησυχείς, εγώ θα τα κάνω όλα, θα σε φροντίσω» και εγώ απάντησα «ναι μωρό μου, άλλωστε σου ανήκω». Μόνο το εξοχικό, με το τζάκι για να καθόμαστε να χαζεύουμε την φωτιά τα όμορφα βράδια κάτω από την απαλή μουσική, ανήκε και στις δυο μας και αυτό ύστερα από δική της πίεση, δεν ήθελε λέει να μην έχω τίποτα.
Η πόρτα άνοιξε, το φως του χολ άναψε, το αγαπημένο μου βάζο, αντίκα του Παππού της, ήταν πάνω στο παλιό τραπέζι, που τόσο όμορφα είχε απλώσει πάνω του το γαλάζιο τραπεζομάντιλο με τα μικρά συννεφάκια. Ακουγόντουσαν φωνές, κλάματα, άνθρωποι άγνωστοι με μαύρα ρούχα κυκλοφορούσαν παντού. Στο σαλόνι η μαμά της, που για πρώτη φορά έβλεπα, ξεσπούσε σε λυσσασμένους λυγμούς, Μόνο μια ξαδέρφη της κατάφερα να αναγνωρίσω, εκείνη με κοίταξε με μίσος, τα μαύρα της μάτια γεμάτα φωτιές θέλανε να μου πούνε ότι έφταιγα, το ίδιο βλέμμα είχε και όταν πριν από πολλά χρόνια είχαμε ανταλλάξει μια μισή καλημέρα, ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που κάποιος δικός της άνθρωπος μας είχε επισκεφτεί κι έπειτα από τις απεγνωσμένες της προσπάθειες να την πάρει μακριά μου, εξαφανίστηκε.
Ανησύχησα, σκέφτηκα ότι κάτι έπαθε εκείνη, αλλά μια δύναμη δεν με άφηνε να την πλησιάσω. Προσπάθησα να σκεφτώ πόσες ώρες είχαν περάσει από το πρωί που την είχα αφήσει άρρωστη στο κρεβάτι. Το πρωί χαμογελούσε, μου έλεγε ότι ήθελε λίγο ηρεμία και θα ένοιωθε καλύτερα, ότι ήταν κάτι περαστικό και θα πέρναγε, δεν άκουγε τα παρακάλια μου να πάμε σε γιατρό, δεν ήθελε και εγώ κάτω από το έντονο χαμόγελο της υποχώρησα. Δεν μπορούσα να φανταστώ.
Πλησίασα πάλι μπερδεμένη το χολ, κάθισα στο τραπέζι με τα συννεφάκια και άναψα τσιγάρο. Προσπαθούσα να σκεφτώ και τότε από πίσω μου άκουσα μια έντονη φωνή να λέει σε μια άλλη που αναρωτιότανε τί ακριβώς έγινε και τί θα τα κάνανε οι κληρονόμοι όσα της ανήκαν, για πρώτη φορά η καρδιά μου ένοιωσα να σταματά στο άκουσμα της ψυχρής και αδιάφορης απάντησης. Εκείνη πέθανε από μια ανίατη αρρώστια χωρίς έκδηλα συμπτώματα.
Το βάζο άστραψε, ακολούθησε μια περίεργη τροχιά και έσπασε στον τοίχο. Ζούσα 20 χρόνια μαζί της και δεν κατάλαβα τίποτα, φώναξα, ο σκύλος μας που τόση ώρα είχα ξεχάσει, γρύλισε. Γύρισα και τον κοίταξα, του ψιθύρισα, «εσύ και εγώ» και θυμήθηκα τη μέρα που της τον είχα πάει, τη μέρα που κλείναμε δέκα χρόνια. Το δάκρυ απλώθηκε σαν βροχή πάνω στα συννεφάκια, την ίδια στιγμή που η στάχτη από το τελευταίο τσιγάρο που έκανα σε αυτό το σπίτι έπεφτε σα διαμάντι σβήνοντας ταυτόχρονα την ζωή μου. Κοίταξα την φωτογραφία που μου χαμογελούσε, άνοιξα την πόρτα και έφυγα.
'Ανοιξε τα μάτια, η αποθήκη με τα τόσα γνώριμα αντικείμενα ήταν ακόμα εκεί, κοίταξε την πόρτα, άμα την άνοιγε θα έβλεπε μπροστά της το εξοχικό τους,
μια ακόμα φριχτή σκέψη πέρασε από το μυαλό της, η ιδέα ότι σε λίγο καιρό θα είχε να αντιμετωπίσει τους κληρονόμους που θα διεκδικούσαν το σπίτι, την
έκανε να πονάει περισσότερο, δεν θα καταφέρουν να μου το πάρουν ψιθύρισε, δεν θα καταφέρουν να με απομακρύνουν από τις αναμνήσεις μου...
| επικοινωνία με τη συγγραφέα |
| επικοινωνία με Σαπφικό Λόγο |
| Σαπφικός λόγος
χάρτης σελίδων βιβλίο επισκεπτών |
| συνολικές επισκέψεις |
| ΑΡΧΗ ΣΕΛΙΔΑΣ |
. . .
.
. . .
. . . . .
. . . . . . .